τα ανακουφισμένα

 

στο ριλίφ

να θυμώνω ωστόσο, με τους γέρους στα λεωφορεία, που βρίζουν τους ξένους

τους αλλόθρησκους, τους αλλοχρώματους, κι ό,τι υπάρχει σε Άλλο

«άντε ρε κωλόγυφτε, τελείωνε» λέει το βδέλυγμα

την ώρα που ο Άλλος, σταμάτησε την κυκλοφορία για να αφήσει τους πεζούς να περάσουν

-Θείο κρατιόμαστε από την ίδια χειρολαβή. Πρόσεχε.

Και η άλλη μπαίνει τσαμπουκάς από την Αντιγονιδών να βρίσει για την καθυστέρηση

«μα κύριε Αυτέ μου, λεωφορειατζή μου, τι αργοπορία! Έχω και καλεσμένους στο σπίτι, τι θα λένε;!»

κατέληξε να την πέφτει στον οδηγό και να χαχανίζει

αυτό μ’ άρεσε, εντάξει

πρέπει λένε, τα άγχη να τα αφήνεις έξω από την πόρτα

μπήκα, βρήκα το φαΐ, ας πούμε το ξεπέρασα, κι αυτό και την βρόχα

και την αναμονή 50 λεπτών και κάτι άλλα από παλιά

στο ριλίφ, σου λέω

έκανα και φάκελο στην επιφάνεια εργασίας με τα ανακουφισμένα

στο ριλίφ, βραδάκι βρόχας σεπτεμβριάτικης

τρώγοντας ξαναζεσταμένα μακαρόνια από το μεσημέρι

με κόκκινη καυτερή σάλτσα

τόσο λαίμαργα, που κοντεύω να πνιγώ

είχα φύγει νηστική

νερό

Advertisements

βατσινιές

Από τα ξεραμένα στάχυα στην εκπνοή του Αυγούστου, κρέμονται

προσδοκίες κουβαλημένες παραμάσχαλα

επί μέρες, επί νύχτες

πόσες, άγνωστο.

Τέτοια φλόγα

δε μπορεί

δε μπορεί, σου λέω

να κοκκινίζει μονάχα τις βατσινιές…

Ο ήλιος δύει εκ δεξιών, κι όπως υπολογίζω

αυτό το λίγο φως που απομένει

είναι αρκετό για να τρέξω στους τσιμπητερούς, επίτρεψέ μου,

θάμνους

να φάω μερικά ώριμα βατόμουρα

τόσο νόστιμα που είναι

καλύτερα κι από προσδοκία

αν την έχεις γευτεί, τα βάζεις στο ζύγι.

Εγκαταλείποντας τους μεγαλοϊδεατισμούς

για λίγο

επέρχεται η παραδοχή, πως

σύντομα ο ήλιος θα κατακάψει τις βατομουριές

όπως έκανε με τα στάχυα

κατακίτρινα ή χρυσαφί, στεγνώνουν

και κοπανιούνται από αγέρηδες γλυκούς

σαν ξεραμένο στόμα

που δεν ήπιε νερό ή ξόδεψε όπου γούσταρε το σάλιο

κι αχτένιστο τελειώνει το θέρος.

Όμως, μέσα σε ένα δείλι, βαριά ως το απόβραδο αυτό

θα προφτάσουμε

όπως υπολογίζω

προλαβαίνουμε

αναμαλλιασμένα στοιχεία και υποκείμενα

να τα κουβεντιάσουμε λιγάκι μεταξύ μας.

μικρή πλατεία

 

Άδειοι οι δρόμοι, Σάββατο απόγευμα. Το καλοκαίρι μεσουράνιο.

Πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη. Μια στάση για ιδρωμένο τσιγάρο, εξιλέωση. Και κάνω την ανακουφιστική επίκληση.

Εκείνος, πάντα τόσο πρόθυμος να μου θυμίσει τις λέξεις του. Γνωρίζει ακόμα και την σειρά μου των αφιερώσεων και των κλυδωνισμών. «Ο Ουρανός», ύστερα «Θα ‘ρθει μια μέρα» και σήμερα σερβίρεται η σπουδαία, λιτή «Αφιέρωση», που μου την κάνω δώρο.

Άδειοι οι δρόμοι. Ένας παππάς μόνο φάνηκε απέναντι, κάτι να περιμένει.

Εγώ όχι.

Φτύσου, ξύσου μωρό μου! Πάταξε τη μαυρίλα.

 Ομοιοπαθητικά

είναι καλός οιωνός.

το μείζον ζήτημα των προσδοκιών για την ζωή

 

τηςκικης

 

Είναι ωραίες οι ζωές σας, αν έστω

μια φωνή στον κόσμο αντανακλά το οικείο φως

έπειτα, ένα σπίτι, μια αυλή, ένα ταλαίπωρο μπαλκόνι στη Ρακτιβάν, κάτι.

Αν έστω τοποθετήσατε κάπου εκεί, με τα ίδια σας τα χέρια

ένα σκαμπό, καμιά μπουκαμβίλια ή αν μετατρέψατε το ξεραμένο της υπόλειμμα σε τασάκι

για να συζητιούνται γύρω από το αυτοσχέδιο αυτό έδρανο

οι περιρρέουσες μεταβολές.

 

Είναι ωραίες οι ζωές σας, αν γίνονται δεκτοί

οι μη εξευγενισμένοι τόνοι της φωνής με λαχτάρα, έστω με εύνοια

αν κάποιος δε, κλέβει επανειλημμένα γουλιές

από τον καφέ σας, τότε είστε πανευτυχείς.

 

Κι αν δεν είναι ωραία η ζωή σου, πιάσε, άγγιξε

πιάσε κουβέντα με έναν άγνωστο

εγκατέλειψε καμιά ώρα το σπίτι της μάνας, αφού πεις ευχαριστώ

τράβα νοίκιασε ένα δυάρι, γέμισέ το

βιβλία και φίλους ή πατάτες. Ότι σου κάνει κέφι να είναι μπόλικο.

Τραγούδα

πλησίασε τον γκόμενο, δοκίμασε. Και πως μ’ αρέσει

αυτό το ουσιαστικό…

γεμίστε μαζί τα τασάκια, τον αδειανό αέρα, την ησυχία που βαριέται, με κουβέντες

και ουρλιαχτά, γεμίστε τον κάδο της τουαλέτας.

Προπαντός,

άφησε αγόγγυστα να πιουν από το ρημάδι το ποτήρι σου. Τι σιχαίνεσαι;

 

 

 

 

Υ.Γ Η φωτογραφία είναι της Κικής.

της κράμπας

 

Μεγάλωσες, σου είπε η Μαίρη, και είχε να σε δει πάνω από δυο χρόνια. Δαγκώνεις τα χείλη με μια δόση υπερηφάνειας, σα να πήρες επιβράβευση.

Γιατί δεν είναι μόνο η ρυτίδα, που πέταξες περιμετρικά των ματιών ή το άσπρο τσουλούφι στον κρόταφο. Είναι περισσότερο η εξάσκηση, που κάνεις στην παρατήρηση των ανθρώπων, των πρακτικών και των γλωσσών. Η συνεχής προστιθέμενη βιβλιογραφία, που κάθε φορά αλλάζει τα δεδομένα και το κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Έχεις πάντα να γράφεις. Εντοπίζεις και τις σταθερές, που προκύπτουν θεμελιακά να συγκρατούν το οικοδόμημα της αρχικής σου υπόθεσης. Μια υπόθεση για την ύπαρξη.

Μια μεταμοντέρνα προσέγγιση της αποδόμησης, που αποκαλύπτει τις θέσεις, που ο καθένας καταλαμβάνει στο τρένο σου. Η γνώση, ότι ούτε εσύ το οδηγείς το σαράβαλο, ούτε κανένας εξ όσων συμπορεύεστε. Αν το ελπίζεις αυτό, πιθανώς θα πάθεις κράμπα.

Πληρώνεις εισιτήριο, όπως όλοι, και μερικές φορές ταξιδεύεις όρθιος στο μπαρ, μαζί με εκείνους, που δεν είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν για επόμενα, μήπως βρουν να κάτσουν βολικά. Τους βιάζει μια ανάγκη ή μια διάθεση κοινωνικοποίησης και απενοχοποίησης του άβολου. Έχεις μόνο μία, αλλά σημαντική άνεση, να διαλέγεις τα δρομολόγια. Τι θες; Λάρισα, Αθήνα, Κατερίνη; Πιο πέρα; Αταξία, λαχτάρα, απογοήτευση, ενθουσιασμό ή κανένα λιμάνι; Βρες το και κατέβα. «Η αποβίβασή σας θα γίνει από την δεξιά πλευρά κατά την φορά της αμαξοστοιχίας». Ύστερα, θα επαναλάβεις.

ένα κομμάτι που έλειπε

[…όμως, το αεράκι χώνει επίμονα το τσουλούφι μες τα μάτια

είναι κάπως ενοχλητικό, τον καθένα θα ενοχλούσε, και τότε,

η παλάμη μηχανικά αφήνεται, τα δάχτυλα

τεντώνουν,

και χτενίζοντας προς τα πίσω αυτά τα μαλλιά, αφήνεται να ακουστεί

φωνή, που είχε ιδρώσει, «αιώνια τα δίπολα, αν αιώνια και τα μετερίζια».

Από ποια πλευρά είσαι; Απ’ την δική μου, πάντως, φαίνεται απέναντι η Περαία.

Στης πόλωσης το ατελέσφορο, το χέρι, ένα χέρι είναι,

τι να πρωτοφυλάξει;]

13249409_10209233476462052_959890287_n

Όταν με συντροφεύει ο παγετός, το στόμα μουδιάζει και οι λέξεις, οι σκέψεις δεν σχηματίζονται. Κανείς δεν παίρνει χαμπάρι, αφού το ψύχος από εκεί βαθιά δεν επικοινωνείται. Ίσως μοναδικές ενδείξεις να είναι τα μάτια και μια έκδηλη, παράταιρη σιωπή. Γιατί τόση ησυχία;

Τα χέρια ιδρώνουν, αλλά πόσοι θα στα κρατήσουν για να δουν, να νιώσουν τους παλμούς και την υγρασία της αγωνίας; «Δώσε μου τα χέρια σου».

Ο παγετός κρατά μέρες και η δίνη δεν αστειεύεται. Θυμήσου εκείνο το όνειρο. Ο κατατρεγμένος από αόρατους κι ορατούς κινδύνους κάνει χιλιόμετρα, φοβερή τρεχάλα. Αλλά στ΄ αλήθεια δεν προχωρά ούτε βήμα. Μόνο να ξυπνήσεις παρακαλάς, να ρεαλιστικοποιηθείς ξανά, όπως τόσες και τόσες φορές. Να πάρεις το ταβάνι από πάνω σου, να το τοποθετήσεις πίσω στην οροφή, να ξεπαγώσεις λέξεις και χαμόγελο, να τα πλάσεις μαζί, να γίνουν κάτι που τρώγεται. Κεφτέδες φερ’ ειπείν.

Ποτέ σαν παιδί δεν μ άρεσε εκείνο το παιχνίδι στην παιδική χαρά, που καθόσουν πάνω και σε στροβιλίζανε, ώσπου να ζαλιστείς. Δεν το έβρισκα αστείο. Η ζαλάδα, ίδιον ήδη του εαυτού. Τώρα που μιλώ, τα χέρια είναι στεγνά. Για να μιλώ θα πει, πως τα χέρια είναι στεγνά.