κάτι

15435674_10211091355467866_875365817_n

 

Τα γράμματα κακά, η φωτογραφία θολή. Το νόημα σαφές. Γραμμένο σε χρόνο παρελθοντικό, άγνωστο. Σήμερα, δεν είναι, πως αναιρώ την ισχύ του, αλλά να… ο ήλιος αντιμάχεται πεισματικά το κρύο. Σίγουρα ως το σούρουπο. Για να λέμε όλες τις παραδεδεγμένες αλήθειες.

Advertisements

η ωραιότερη σκέψη

Θα ξυπνήσω μια μέρα

και θα έχω όλα όσα χρειάζομαι

την ωραιότερη πρώτη σκέψη

και κάποιον να την μοιραστώ

γιατί δεν την βαστάω τη μοναξιά

την παλεύω, αλλά δεν την αντέχω

βρωμάει

και τα κόκκαλά της

είναι τσακισμένα

ένα βάρος μόνιμο να κουβαλάς

 

Θα ΄χω την πιο όμορφη σκέψη

κι αυτή θα είναι οποιαδήποτε σκέψη

ξεαγχωμένη, μεγαλειώδης ή ταπεινή.

Ομολογία δίχως φόβο

 

 

Τόμεκ

tumblr_ned5uyaQB11rp6pkao1_250.gif

Η κατανόηση της σειράς των λέξεων μέσα στο νου είναι σκέτη πάλη. Κάπως γίνεται κι όλες μοιάζουν δίσημες. Αυτές παράγουν τις σκέψεις. Κισσός. «Είμαι και δεν είμαι καλά, έχω τύψεις, αλλά και δεν έχω, ελπίζω, όμως είμαι απελπισμένος. Προσδοκώ, αλλά θέλω να καίγομαι στο εδώ και τώρα». Δεν είναι δύσκολο να συμβεί αυτό. Η δυσχέρεια βρίσκεται στην αποδοχή, πως δεν πρόκειται για δυσθυμία ή τρέλα. Είμαι δύο. Είμαι μια σχέση παράλληλη.

Τις περισσότερες φορές το προσεγγίζω, μιλώντας φωναχτά, «Έλα, τι μας δίνει χαρά; Ας κάτσουμε δυο λεπτά στο παγκάκι, ας σκεφτούμε. Δεν μπορεί. Πρέπει να είμαστε κοντά. Θα το βρούμε. Έλα μύρισε, μύρισε τον αέρα!»

Είναι που χρειάζεται ένας σκοπός για κάθε μια ανάσα, που διαρρέει από το έγκατα. Αναπνοές συνείδησης. Όχι εύκολη ανάσα δίχως κόμπους και πάμε παρακάτω. Σ Κ Ο Π Ο. Τον κόμπο δεν τον γλιτώνεις, έτσι κι αλλιώς. Τον λύνεις, όταν τα χέρια σταματήσουν να είναι ιδρωμένα.

Κι άμα λέμε σκοπό, μην πάει το μυαλό σε φιξαρισμένες ζωές. Αυτά δεν γίνονται. Θα ήταν χάλια, σαν μαλλιά καλοχτενισμένα, που στερεώθηκαν με λακ.

Είναι περισσότερο μια ποθούμενη κατάσταση. Η δυνατότητα να φαντασιωθώ εδώ και τώρα μια ζωή. Μια στιγμή από μια ζωή.

Με μια μυρωδιά, ένα μικρό ακαριαίο σκίρτημα λαχτάρας στο στήθος, τις παραινέσεις κάποιου αγαπημένου ποιητή σφιχτά στο χέρι ή ενός φίλου, φορώντας πιθανά ένα ανοιχτόχρωμο μπλου τζιν κι ένα κρουαζέ μπλουζάκι από μέσα. Πάντα περπατώντας, και ποτέ σε χώρο κλειστό. Κάποιος να με περιμένει για να βγάλουμε τη δουλειά, κάποιος να με περιμένει να πούμε όσα δεν λέγονται, κι ό,τι απλούστερο, να γελάσουμε ή να κοιταζόμαστε σιωπηλοί. Να με περιμένει εκεί, που θα περιμένω. Συγκερασμοί και Συζεύξεις.


a-short-film-about-love
A short film about love/Krzysztof Kieslowski

[Και μια μορφή κάνει σα να χορεύει εμπρός μου

προσπαθώντας

τι;

δεν έχει τίποτα για μένα.

Ο υπερβάλλων ζήλος της σαγήνης

άδικος κόπος

αν και τίμιος

ασυγχρώτιστα Είναι

Ίσως κάποια άλλη φορά.

Η μοναχικότητα παίρνει την θέση του Θεού και

πρέπει να προτιμάται

ειδάλλως, πρόκειται για στυγνή δολιοφθορά.

Δεν είμαι αυτό.

Γύρισε το νύχι μες το κρέας

κάτι να διακόψει με εφησυχασμό

την πονερή διαδικασία, γυρεύω

το νεύμα συνεννόησης

σπανιότερο κι από την εμφάνιση Του.

Ως την αόρατη χειραψία

ωσότου ο όμορφος Τόμεκ πάψει

να αυτοτραυματίζεται.]

τα ανακουφισμένα

 

στο ριλίφ

να θυμώνω ωστόσο, με τους γέρους στα λεωφορεία, που βρίζουν τους ξένους

τους αλλόθρησκους, τους αλλοχρώματους, κι ό,τι υπάρχει σε Άλλο

«άντε ρε κωλόγυφτε, τελείωνε» λέει το βδέλυγμα

την ώρα που ο Άλλος, σταμάτησε την κυκλοφορία για να αφήσει τους πεζούς να περάσουν

-Θείο κρατιόμαστε από την ίδια χειρολαβή. Πρόσεχε.

Και η άλλη μπαίνει τσαμπουκάς από την Αντιγονιδών να βρίσει για την καθυστέρηση

«μα κύριε Αυτέ μου, λεωφορειατζή μου, τι αργοπορία! Έχω και καλεσμένους στο σπίτι, τι θα λένε;!»

κατέληξε να την πέφτει στον οδηγό και να χαχανίζει

αυτό μ’ άρεσε, εντάξει

πρέπει λένε, τα άγχη να τα αφήνεις έξω από την πόρτα

μπήκα, βρήκα το φαΐ, ας πούμε το ξεπέρασα, κι αυτό και την βρόχα

και την αναμονή 50 λεπτών και κάτι άλλα από παλιά

στο ριλίφ, σου λέω

έκανα και φάκελο στην επιφάνεια εργασίας με τα ανακουφισμένα

στο ριλίφ, βραδάκι βρόχας σεπτεμβριάτικης

τρώγοντας ξαναζεσταμένα μακαρόνια από το μεσημέρι

με κόκκινη καυτερή σάλτσα

τόσο λαίμαργα, που κοντεύω να πνιγώ

είχα φύγει νηστική

νερό

βατσινιές

Από τα ξεραμένα στάχυα στην εκπνοή του Αυγούστου, κρέμονται

προσδοκίες κουβαλημένες παραμάσχαλα

επί μέρες, επί νύχτες

πόσες, άγνωστο.

Τέτοια φλόγα

δε μπορεί

δε μπορεί, σου λέω

να κοκκινίζει μονάχα τις βατσινιές…

Ο ήλιος δύει εκ δεξιών, κι όπως υπολογίζω

αυτό το λίγο φως που απομένει

είναι αρκετό για να τρέξω στους τσιμπητερούς, επίτρεψέ μου,

θάμνους

να φάω μερικά ώριμα βατόμουρα

τόσο νόστιμα που είναι

καλύτερα κι από προσδοκία

αν την έχεις γευτεί, τα βάζεις στο ζύγι.

Εγκαταλείποντας τους μεγαλοϊδεατισμούς

για λίγο

επέρχεται η παραδοχή, πως

σύντομα ο ήλιος θα κατακάψει τις βατομουριές

όπως έκανε με τα στάχυα

κατακίτρινα ή χρυσαφί, στεγνώνουν

και κοπανιούνται από αγέρηδες γλυκούς

σαν ξεραμένο στόμα

που δεν ήπιε νερό ή ξόδεψε όπου γούσταρε το σάλιο

κι αχτένιστο τελειώνει το θέρος.

Όμως, μέσα σε ένα δείλι, βαριά ως το απόβραδο αυτό

θα προφτάσουμε

όπως υπολογίζω

προλαβαίνουμε

αναμαλλιασμένα στοιχεία και υποκείμενα

να τα κουβεντιάσουμε λιγάκι μεταξύ μας.

μικρή πλατεία

 

Άδειοι οι δρόμοι, Σάββατο απόγευμα. Το καλοκαίρι μεσουράνιο.

Πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη. Μια στάση για ιδρωμένο τσιγάρο, εξιλέωση. Και κάνω την ανακουφιστική επίκληση.

Εκείνος, πάντα τόσο πρόθυμος να μου θυμίσει τις λέξεις του. Γνωρίζει ακόμα και την σειρά μου των αφιερώσεων και των κλυδωνισμών. «Ο Ουρανός», ύστερα «Θα ‘ρθει μια μέρα» και σήμερα σερβίρεται η σπουδαία, λιτή «Αφιέρωση», που μου την κάνω δώρο.

Άδειοι οι δρόμοι. Ένας παππάς μόνο φάνηκε απέναντι, κάτι να περιμένει.

Εγώ όχι.

Φτύσου, ξύσου μωρό μου! Πάταξε τη μαυρίλα.

 Ομοιοπαθητικά

είναι καλός οιωνός.

το μείζον ζήτημα των προσδοκιών για την ζωή

 

τηςκικης

 

Είναι ωραίες οι ζωές σας, αν έστω

μια φωνή στον κόσμο αντανακλά το οικείο φως

έπειτα, ένα σπίτι, μια αυλή, ένα ταλαίπωρο μπαλκόνι στη Ρακτιβάν, κάτι.

Αν έστω τοποθετήσατε κάπου εκεί, με τα ίδια σας τα χέρια

ένα σκαμπό, καμιά μπουκαμβίλια ή αν μετατρέψατε το ξεραμένο της υπόλειμμα σε τασάκι

για να συζητιούνται γύρω από το αυτοσχέδιο αυτό έδρανο

οι περιρρέουσες μεταβολές.

 

Είναι ωραίες οι ζωές σας, αν γίνονται δεκτοί

οι μη εξευγενισμένοι τόνοι της φωνής με λαχτάρα, έστω με εύνοια

αν κάποιος δε, κλέβει επανειλημμένα γουλιές

από τον καφέ σας, τότε είστε πανευτυχείς.

 

Κι αν δεν είναι ωραία η ζωή σου, πιάσε, άγγιξε

πιάσε κουβέντα με έναν άγνωστο

εγκατέλειψε καμιά ώρα το σπίτι της μάνας, αφού πεις ευχαριστώ

τράβα νοίκιασε ένα δυάρι, γέμισέ το

βιβλία και φίλους ή πατάτες. Ότι σου κάνει κέφι να είναι μπόλικο.

Τραγούδα

πλησίασε τον γκόμενο, δοκίμασε. Και πως μ’ αρέσει

αυτό το ουσιαστικό…

γεμίστε μαζί τα τασάκια, τον αδειανό αέρα, την ησυχία που βαριέται, με κουβέντες

και ουρλιαχτά, γεμίστε τον κάδο της τουαλέτας.

Προπαντός,

άφησε αγόγγυστα να πιουν από το ρημάδι το ποτήρι σου. Τι σιχαίνεσαι;

 

 

 

 

Υ.Γ Η φωτογραφία είναι της Κικής.