οχτώ εποχές μετά

 

 

84670029_758129418043090_1527434359236198400_n

 

Θεσσαλονίκη

22/05/2020

 

Συνήθιζα να το λέω «Τέξας» ή άλλοτε «Αιντάχο» των Βαλκανίων, γιατί μου μοιάζαμε με κάποια δυστοπική κοινότητα σε αμερικανική επαρχία. Η χωρική ιδιομορφία πάνω στην οποία στήθηκε η δομή μας είναι και αυτή ενδεικτική του ύφους της. Τον πρώτο καιρό, ένιωθα ήδη από το δρόμο, πηγαίνοντας προς το Ξενοδοχείο των Τεσσάρων Εποχών, τον Βέντερς πανταχού παρών να ερημώνει τα παλιά κέντρα διασκέδασης κατά μήκος και τα άψυχα εμπορικά μιας οικονομίας που δεν άνθισε, να σκουριάζει τις ταμπέλες, να αφήνει τον αέρα να χτυπά πάνω στα κελύφη τους, να τοποθετεί το αεροδρόμιο στο σημείο με την χειρότερη ομίχλη σε όλη την πόλη. Μέχρι μάλιστα και να εμφανίζει στάση αστικού λεωφορείου με το όνομα «Μηδέν», θέλοντας μάλλον να κάνει ένα ειρωνικό σχόλιο σχετικά με τις αφετηρίες και τα τέρματα της ζωής, όπως την αντιλαμβάνεται η Δύση. Όταν περίμενα εκεί, στα μεγάλα λιοπύρια του ‘18, ήθελα να βγάλω μαρκαδόρο και να διορθώσω σε «Παρίσι, Τέξας», αλλά δεν έφτανα. Με τον καιρό, εγκιβωτίστηκα τόσο στο σκηνικό που χαιρόμουν όταν πετυχαίναμε αεροπλάνο πάνω από τα κεφάλια μας ή μπαινοβγαίναμε στην ομίχλη. Όταν δε, συναντούσαμε κάποιο από τα παιδιά μας να περιφέρεται στην περιοχή, βεβαιωνόμουν, ότι την ιδέα της καλύτερης ταινίας του, ο σκηνοθέτης δε την έχει συλλάβει ακόμα.

Δυο χρόνια και που δεν πήγαμε με το μυαλό! Και ποιοι δεν γίναμε! Όταν η ζέστη γινόταν αφόρητη, περνούσαμε τη νύχτα σε μια αγαπημένη παραλία της Άκρα, μιλώντας για την ζωή κι ακούγοντας μουσική στη διαπασών για να ακούει και ο ωκεανός. Άλλοι θα είχαν φόβο, όμως εμείς ξέραμε να φυλαγόμαστε. Από τα κουνούπια, την υγρασία, τους επίδοξους. Άλλες φορές, θα πηγαίναμε βόλτες με τα μηχανάκια στις γειτονιές του Ουαγκαντούγκου, κι όταν πετυχαίναμε κι από κανένα δρόμο με άσφαλτο, σκάγαμε στα γέλια. Για φαγητό μαζευόμασταν συνήθως στα σπίτια, στις μάνες, γιατί μας πρόσεχαν. Πάντα έχουν τη δύναμη που χρειάζεται στα χέρια για να χτυπήσουν καλά το φουφού, να γίνει μαστιχωτό, όπως πρέπει. Φάγαμε ατελείωτο ρύζι με φασόλια στο χωριό μας στο Κασάι και στις μεγάλες πείνες, προσθέταμε και κομμάτια από μπανάνες πλανταίν. Όταν επιστρέφαμε βέβαια στην Κινσάσα, κάναμε πως τρώμε λίγο πιο εκλεπτυσμένα, γιατί χορεύαμε κάθε απόγευμα με την παρέα και δεν κουβαλιόταν το γεμάτο στομάχι. Χωνεύαμε με τζίντζερ. Και στο Κονάκρι κάναμε τρελούς χορούς. Μεταλλάσσαμε όμως, το στιλ μας αναλόγως την περίσταση. Ομολογουμένως, τα απαιτητικότερα χορευτικά τα κάναμε στο Καμερούν, στη Γιαουντέ, όταν έπρεπε να συνταιριάξουμε πόδια και χέρια στον ρυθμό. Τα μάθαμε όλα τα βήματα για χάρη του C. Σήμερα που είναι στην Αγγλία, εύχομαι να θυμάται καμιά φορά πόσο γελοίοι δείχναμε.

Είχαμε όμως και τα άλλα. Εκείνα από τα οποία, αν επιβιώσει κανείς, αξίζει να γιορτάζει κάθε μέρα. Δυο χρόνια στο Τέξας, γίναμε σε στιγμές, ο μεγάλος αδερφός που κουβάλησε ολομόναχος τον μικρό στους ώμους μέχρις εδώ. Κρυφτήκαμε πίσω από θάμνους, όταν ήρθαν ξαφνικά ένα πρωί να πάρουν τον πατέρα μας. Από μακριά βλέπαμε να βιάζουν τη μαμά και ανήμποροι, βάλαμε φωτιά στα πόδια και τρέξαμε να σωθούμε. Περπατήσαμε βδομάδες, τρώγοντας ψωμί και τίποτα. Θάψαμε με τα χέρια τους δικούς μας που πέθαναν πριν προλάβουν να γεράσουν. Εκδιωχθήκαμε από την κοινότητα σαν καταραμένοι, γιατί παθαίναμε κάτι κρίσεις που μετά μάθαμε ότι λέγονται επιληπτικές. Κοιμόμασταν το βράδυ στο βρώμικο γκαράζ που δουλεύαμε τη μέρα. Γίναμε και δρώμενο. Μας φόρεσαν νεκρά ζώα και μας περιφέραν σε όλο το χωριό με βαναυσότητα γιατί είμαστε γκέι. Γίναμε τα «μόνο 4 χρόνια πήγα σχολείο, γιατί έπρεπε να δουλέψω», τα «με βιάσανε ομαδικά στις φυλακές», τα «για μήνες ορθοστασία 07:00 με 19:00 σε εργοτάξιο στην Τουρκία και μετά ύπνο σαν τα ζώα όλοι μαζί στο πάτωμα», τα «όταν μπαίνω στο λεωφορείο κάποιοι κλείνουν την μύτη τους» και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί.

Συναντηθήκαμε στο φανάρι της διασταύρωσης αεροδρομίου. Κάποιοι μπήκαν στο αεροπλάνο, άλλοι ακόμα αναπνέουν εδώ γύρω. Τώρα πια, ακριβώς 8 εποχές μετά, γίναμε εκείνοι που ήμασταν πριν το «Μηδέν» με την προσάρτηση μιας ολόκληρης νέας γης, της γης των παιδιών. Οι αγώνες τους  βρίσκονται και θα μείνουν αποτυπωμένοι μέσα μας. Και τα γέλια τους!

Με αγάπη
Άννα-Μαρία Καραγιώργη.

 

Υ.Γ Το παραπάνω γράφτηκε με αφορμή τα δυο χρόνια λειτουργίας της Δομής Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων της ΑΡΣΙΣ στο ξενοδοχείο Four Seasons Hotel στον Τρίλοφο, η οποία έγινε σπίτι για εκατοντάδες εφήβους με καταγωγή από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Στις 23/05/2018 υποδεχτήκαμε τα πρώτα παιδιά.  

 

 

Φωτογραφία Ε. Κ.