βατσινιές

Από τα ξεραμένα στάχυα στην εκπνοή του Αυγούστου, κρέμονται

προσδοκίες κουβαλημένες παραμάσχαλα

επί μέρες, επί νύχτες

πόσες, άγνωστο.

Τέτοια φλόγα

δε μπορεί

δε μπορεί, σου λέω

να κοκκινίζει μονάχα τις βατσινιές…

Ο ήλιος δύει εκ δεξιών, κι όπως υπολογίζω

αυτό το λίγο φως που απομένει

είναι αρκετό για να τρέξω στους τσιμπητερούς, επίτρεψέ μου,

θάμνους

να φάω μερικά ώριμα βατόμουρα

τόσο νόστιμα που είναι

καλύτερα κι από προσδοκία

αν την έχεις γευτεί, τα βάζεις στο ζύγι.

Εγκαταλείποντας τους μεγαλοϊδεατισμούς

για λίγο

επέρχεται η παραδοχή, πως

σύντομα ο ήλιος θα κατακάψει τις βατομουριές

όπως έκανε με τα στάχυα

κατακίτρινα ή χρυσαφί, στεγνώνουν

και κοπανιούνται από αγέρηδες γλυκούς

σαν ξεραμένο στόμα

που δεν ήπιε νερό ή ξόδεψε όπου γούσταρε το σάλιο

κι αχτένιστο τελειώνει το θέρος.

Όμως, μέσα σε ένα δείλι, βαριά ως το απόβραδο αυτό

θα προφτάσουμε

όπως υπολογίζω

προλαβαίνουμε

αναμαλλιασμένα στοιχεία και υποκείμενα

να τα κουβεντιάσουμε λιγάκι μεταξύ μας.