Όταν με συντροφεύει ο παγετός, το στόμα μουδιάζει και οι λέξεις, οι σκέψεις δεν σχηματίζονται. Κανείς δεν παίρνει χαμπάρι, αφού το ψύχος από εκεί βαθιά δεν επικοινωνείται. Ίσως μοναδικές ενδείξεις να είναι τα μάτια και μια έκδηλη, παράταιρη σιωπή. Γιατί τόση ησυχία;

Τα χέρια ιδρώνουν, αλλά πόσοι θα στα κρατήσουν για να δουν, να νιώσουν τους παλμούς και την υγρασία της αγωνίας; «Δώσε μου τα χέρια σου».

Ο παγετός κρατά μέρες και η δίνη δεν αστειεύεται. Θυμήσου εκείνο το όνειρο. Ο κατατρεγμένος από αόρατους κι ορατούς κινδύνους κάνει χιλιόμετρα, φοβερή τρεχάλα. Αλλά στ΄ αλήθεια δεν προχωρά ούτε βήμα. Μόνο να ξυπνήσεις παρακαλάς, να ρεαλιστικοποιηθείς ξανά, όπως τόσες και τόσες φορές. Να πάρεις το ταβάνι από πάνω σου, να το τοποθετήσεις πίσω στην οροφή, να ξεπαγώσεις λέξεις και χαμόγελο, να τα πλάσεις μαζί, να γίνουν κάτι που τρώγεται. Κεφτέδες φερ’ ειπείν.

Ποτέ σαν παιδί δεν μ άρεσε εκείνο το παιχνίδι στην παιδική χαρά, που καθόσουν πάνω και σε στροβιλίζανε, ώσπου να ζαλιστείς. Δεν το έβρισκα αστείο. Η ζαλάδα, ίδιον ήδη του εαυτού. Τώρα που μιλώ, τα χέρια είναι στεγνά. Για να μιλώ θα πει, πως τα χέρια είναι στεγνά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s