της κράμπας

 

Μεγάλωσες, σου είπε η Μαίρη, και είχε να σε δει πάνω από δυο χρόνια. Δαγκώνεις τα χείλη με μια δόση υπερηφάνειας, σα να πήρες επιβράβευση.

Γιατί δεν είναι μόνο η ρυτίδα, που πέταξες περιμετρικά των ματιών ή το άσπρο τσουλούφι στον κρόταφο. Είναι περισσότερο η εξάσκηση, που κάνεις στην παρατήρηση των ανθρώπων, των πρακτικών και των γλωσσών. Η συνεχής προστιθέμενη βιβλιογραφία, που κάθε φορά αλλάζει τα δεδομένα και το κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Έχεις πάντα να γράφεις. Εντοπίζεις και τις σταθερές, που προκύπτουν θεμελιακά να συγκρατούν το οικοδόμημα της αρχικής σου υπόθεσης. Μια υπόθεση για την ύπαρξη.

Μια μεταμοντέρνα προσέγγιση της αποδόμησης, που αποκαλύπτει τις θέσεις, που ο καθένας καταλαμβάνει στο τρένο σου. Η γνώση, ότι ούτε εσύ το οδηγείς το σαράβαλο, ούτε κανένας εξ όσων συμπορεύεστε. Αν το ελπίζεις αυτό, πιθανώς θα πάθεις κράμπα.

Πληρώνεις εισιτήριο, όπως όλοι, και μερικές φορές ταξιδεύεις όρθιος στο μπαρ, μαζί με εκείνους, που δεν είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν για επόμενα, μήπως βρουν να κάτσουν βολικά. Τους βιάζει μια ανάγκη ή μια διάθεση κοινωνικοποίησης και απενοχοποίησης του άβολου. Έχεις μόνο μία, αλλά σημαντική άνεση, να διαλέγεις τα δρομολόγια. Τι θες; Λάρισα, Αθήνα, Κατερίνη; Πιο πέρα; Αταξία, λαχτάρα, απογοήτευση, ενθουσιασμό ή κανένα λιμάνι; Βρες το και κατέβα. «Η αποβίβασή σας θα γίνει από την δεξιά πλευρά κατά την φορά της αμαξοστοιχίας». Ύστερα, θα επαναλάβεις.

ένα κομμάτι που έλειπε

[…όμως, το αεράκι χώνει επίμονα το τσουλούφι μες τα μάτια

είναι κάπως ενοχλητικό, τον καθένα θα ενοχλούσε, και τότε,

η παλάμη μηχανικά αφήνεται, τα δάχτυλα

τεντώνουν,

και χτενίζοντας προς τα πίσω αυτά τα μαλλιά, αφήνεται να ακουστεί

φωνή, που είχε ιδρώσει, «αιώνια τα δίπολα, αν αιώνια και τα μετερίζια».

Από ποια πλευρά είσαι; Απ’ την δική μου, πάντως, φαίνεται απέναντι η Περαία.

Στης πόλωσης το ατελέσφορο, το χέρι, ένα χέρι είναι,

τι να πρωτοφυλάξει;]

13249409_10209233476462052_959890287_n

Όταν με συντροφεύει ο παγετός, το στόμα μουδιάζει και οι λέξεις, οι σκέψεις δεν σχηματίζονται. Κανείς δεν παίρνει χαμπάρι, αφού το ψύχος από εκεί βαθιά δεν επικοινωνείται. Ίσως μοναδικές ενδείξεις να είναι τα μάτια και μια έκδηλη, παράταιρη σιωπή. Γιατί τόση ησυχία;

Τα χέρια ιδρώνουν, αλλά πόσοι θα στα κρατήσουν για να δουν, να νιώσουν τους παλμούς και την υγρασία της αγωνίας; «Δώσε μου τα χέρια σου».

Ο παγετός κρατά μέρες και η δίνη δεν αστειεύεται. Θυμήσου εκείνο το όνειρο. Ο κατατρεγμένος από αόρατους κι ορατούς κινδύνους κάνει χιλιόμετρα, φοβερή τρεχάλα. Αλλά στ΄ αλήθεια δεν προχωρά ούτε βήμα. Μόνο να ξυπνήσεις παρακαλάς, να ρεαλιστικοποιηθείς ξανά, όπως τόσες και τόσες φορές. Να πάρεις το ταβάνι από πάνω σου, να το τοποθετήσεις πίσω στην οροφή, να ξεπαγώσεις λέξεις και χαμόγελο, να τα πλάσεις μαζί, να γίνουν κάτι που τρώγεται. Κεφτέδες φερ’ ειπείν.

Ποτέ σαν παιδί δεν μ άρεσε εκείνο το παιχνίδι στην παιδική χαρά, που καθόσουν πάνω και σε στροβιλίζανε, ώσπου να ζαλιστείς. Δεν το έβρισκα αστείο. Η ζαλάδα, ίδιον ήδη του εαυτού. Τώρα που μιλώ, τα χέρια είναι στεγνά. Για να μιλώ θα πει, πως τα χέρια είναι στεγνά.