Τα αρπακτικά

Αυτά είναι άνθρωποι – αρπακτικά. Δεν ορμούν μυρίζοντας το αίμα,

γιατί θα ήταν και εν μέρει φροντιστικό. Μία τρόπον τινά λύτρωση.

Ωστόσο, άλλοι είναι οι σκοποί τους.

Είναι φτηνά, συναρμολογούμενα τραπέζια, ξύλινα ιμιτασιόν. Ομιλούντα.

Καμιά φορά με τρόπους, άλλοτε σκέτα όρνια.

Ορμούν στο ξημέρωμα του ξεραμένου αίματος, κάνοντας κοπλιμέντα.

Τι υπέροχο καφέ χρώμα, που έχετε!

Να σας βάλω λίγο ακόμα μέλι στο τσάι;

Παρακαλώ, σταθείτε κάτω από την ομπρέλα μου.

Μιλήστε μου για την ζωή σας. Πείτε μου για το χρώμα σας… Πως το αποκτήσατε;

Κοιμηθείτε μαζί μου.

Advertisements

Σημειώσεις που ευρέθησαν

 

Το τελευταίο ταξίδι στην Αθήνα
των εφιαλτικών ωρών
που σε γύρεψα. Μια προκαταβολή του πόνου του πάγου
που κόβει.
Η τελευταία φορά που σε γύρεψα
με σώμα.
Δεν σε βρήκα. Μόνο κάποια
που σου έφερνε.

 

 

12443091_1248445871835745_305638140_n

αυτό δεν είναι μια ανάρτηση

 

Μία ερώτηση σε συνεχείς επαναλήψεις.

Τι κάνω; Τι κάνω εδώ; Οπουδήποτε. Τι κάνω;

Πως μπορεί να ζει κανείς; Ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος;

Υπάρχει εγχειρίδιο;

Γιατί να το επιλέξει κανείς; Αυτός ο Κανείς.

Ποιος; Μα επιτέλους, ποιος είναι αυτός ο Κανείς;

Εγώ. Εγώ προτιμώ να μην κρατάω ομπρέλα, όταν βρέχει. Απέφευγα

ακόμα και να το παραδεχτώ.

Θέλω να τριγυρίζω, έτσι. Όπως τα σκυλιά στον Βαρδάρη.

Σήμερα το κατάλαβα. Μέσα από την κουκούλα.

Πότε μια επιλογή γίνεται ζωής;

Το στόμα έχει μια γεύση του στομαχιού, αυτού που έφαγες,

του τσιγάρου, του άλλου, του κανένα, μια ουδέτερη.

Το χέρι που γράφει, ιδρώνει και το σκουπίζεις στο παντελόνι και

νομίζεις, πως ζεις και το επιβεβαιώνεις γράφοντας. Οι λέξεις

σημειώνουν την ύπαρξη, την συνθέτουν.

Χώρια τους είναι ασύνταχτη, μετέωρη. Μία ερώτηση κι άλλη μια,

κι άλλη μια

σε συνεχείς επαναλήψεις.