θερμαινόμενο υπόστρωμα

12289511_10207927057562396_3951702796707093199_n

-Πέρασε κι αυτή η μέρα και τι κατάλαβες;

Ξαπλώνω με τα ρούχα στο βρώμικο χαλί μου, μετράω τις ώρες, που έχω για να κοιμηθώ πριν ξυπνήσω να πάω να πουλήσω πουκάμισα και τέτοια. Επίτηδες, τραβάω την ώρα, μη σώσω και ξεκουραστώ ποτέ. Ανοήματη ζωή, ανοήματα της απαντώ. Κρατάω το μισητό λάπτοπ αγκαλιά και προσπαθώ να σκεφτώ για να γράψω, τι άξιζε μέσα στην μέρα. Η δουλειά, αυτός ο ξενιστής, και ύστερα το οικείο κόκκινο κρασί στο Νίκης 35, το κόκκινο δόντι κατ’ επέκταση και το συκώτι να φωνάζει «σώσε με». Από τύψεις, πίνω ένα γάλα, όταν γυρνάω. Γυρνάω, γυρνάω, στο σπίτι της μάνας μου. Μην ρωτάς. Όχι, δεν θα πάω σε ψυχολόγο ρε. Ούτε χρήμα περισσεύει, ούτε εμπιστεύομαι ειδικούς να μου σκίσουν την ψυχή. Μπορώ και μόνη μου. Θα βρω άλλη δουλειά. Σε μπαρ με ονειρεύομαι, με υπερυψωμένο πατωματάκι για να φτάνω, να χασκογελάω, να βρίζω και να κερνάω σφηνάκια σε αγνώστους. Θα βρω δικό μου σπίτι, τώρα, που περιμένω το δώρο των Χριστουγέννων, θα τα βάλω στην άκρη για το πρώτο νοίκι κι ένα στρώμα. Διπλό. Θα λέω κάθε μέρα στον εαυτό μου, πόσο μου πάει το καινούριο λουκ, τι γαμάτη, που είμαι και πόσο με αναγέννησε η νέα φάση. Σιχαίνομαι την λέξη «φάση». Θα αποδιώξω τον βαθύ νου, ώστε να μην σιχαίνομαι την λέξη «φάση». Στο μέτρο του εφικτού.

Και τώρα, που ξάπλωσα στο υπάρχον κρεβάτι μου, το παιδικό, βρήκα τι αξίζει. Το θερμαινόμενο υπόστρωμα, δώρο του πατέρα, γιατί μπορεί να γίνει εξαιρετικός παρτενέρ. Λες και κοιμάμαι αγκαλιά με σώμα είναι. Όχι του καλοριφέρ. Ανθρωπένιο. Αφαιρετικά μιλώντας. Ρύθμισέ το στο 3. ‘Ετσι, αυτή η ζέστη, σε προκαλεί να κοιμηθείς γυμνός και δημιουργεί την ψευδαίσθηση θέρμης κάποιου δέρματος-πομπού. Για τα όνειρα, δεν εγγυώμαι.

*Φωτό:  σήμανση έξω από την πόρτα στο WC του Μανιφέστο

Advertisements

«Λίγη απάτη» στο Κενό

Είναι 08:39. Δεν θέλω να πάω στη δουλειά. Κοιτιέμαι. Ούτε ετοιμάστηκα ακόμα. Θα πρέπει σε λιγότερο από μισή ώρα να είμαι στην στάση. Να φρενάρει μπροστά μου, να ανέβω, να είναι πήχτρα, να ρίξω το ευρώ, να κατέβω αργοπορημένη, να μετράω πόσα λεπτά μου μένουν, μήπως προλάβω να πάρω καφέ, κι όταν τον παίρνω, να λέω, «αύριο να πάρεις χυμό», και η μέρα ακολουθεί την πορεία της. Είναι 08:43 και διαβάζω από χτες Γιώργο Ιωάννου:

Λίγη απάτη

Θα ‘θελαν να σου βγάζουν το καπέλο∙
ευτυχισμένοι να σε προσκυνούν.
Διαμαρτύρονται, δε θέλουν άλλο ρόλο∙
κρίνουνε ξαφνική την αλλαγή, χωρίς αιτία.
Κι εσύ στο μεταξύ προσφέρεις θέαμα.
Αναπαράσταση αργότερα στον κύκλο τους
με γέλια κυνικά.
Τους ικετεύεις για ψευτιές, λίγη απάτη.Και να τα βλέπεις όλα∙
και κατά βάθος να σιχαίνεσαι μέχρι θανάτου.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Monkey Safari – Cranes

 

τα πουλιά

7e403b7bfd466c095c8dbccdb1807732

Αν ξεχνιέται κανείς από την παλιά του ζωή,

με ιδρώτα και τρέμουλο και πόνο στο στήθος

το καταφέρνει

την βλέπει ξέμακρη, θολή

μια Κατερίνη αθέατη από το λιμάνι σε μέρες ομιχλώδεις

αναγνωρίζει πια τα σημάδια της μνήμης

που θάβονται ένα ένα

μια μνήμη που τιμήθηκε, μπορεί και όχι

τι να τις κάνεις τις εθνικές εορτές; βίαιου

ξεριζωμού θυμητάρια. Κράτα τη «ρίζα».

Σήμερα, τα κόκαλα πιο πολύ προεξέχουν

και οι τρίχες είναι κοντύτερες για να αναγεννηθούν

σα να υφαίνουν δρόμο

κομμάτι του προαναφερθέντος κόπου

σταθερές, μονάχα η κόρη του ματιού, ένα μειδίαμα

μερικές κινήσεις των χεριών με τα στραβά δάχτυλα

ανασύσταση αναπνοής

στην εκ νέου νοηματοδοσία.

Στρατώνι

Επέστρεφα, που λες, από την Ιερισσό με το λεωφορείο. Δρομολόγιο μέσω Αρναίας. Ήταν καλοκαίρι, δύσκολο. Πρωί, γύρω στις 9. Μόνη στη διπλή θέση. Σκεφτόμουν, τι κρίμα, που έπρεπε να επιστρέψω στην δουλειά και δεν μπορούσα να μείνω λίγο ακόμα με τα παιδιά στο ελεύθερο.

Κρατούσα στο χέρι για παρέα ένα χαρισμένο ανθολόγιο με ποιήματα. Αυτό βρήκα σήμερα, που είναι χειμώνας πια, και θυμήθηκα την ιστορία. Τα 100 σημαντικότερα ελληνικά ποιήματα. Κλασικούρες είχε, που αγαπάς να ξαναδιαβάζεις. Αδιάσπαστη αγάπη, όχι σαν τις άλλες. Το είχα ξεφυλλίσει ήδη τα μεσημέρια, που προηγήθηκαν στην παραλία, αλλά χρειαζόμουν συντροφιά για τον δρόμο.

Θυμάμαι, ότι είχε έναν ήλιο πολύ συγκαταβατικό μαζί μου. Με έκαιγε από το τζάμι τόσο, όσο να με μαλακώνει. Μετά από κάθε ανάγνωση, έριχνα ματιές έξω, στην θάλασσα και τις πρασινάδες, που ζευγαρώνουν αγρίως τον Αύγουστο και προσπαθούσα να χτίσω στο μυαλό μου έναν μη τόπο, όπου οι λέξεις, όσα έβλεπα και η ζέστα του ήλιου, θα μου έδιναν την αναλγησία.

Φτάνω στον Καββαδία. Δεν θέλω να προσπεράσω τίποτα. Καββαδίες, Ρίτσους, Εγγονόπουλους, όλα. Καθώς διασχίζουμε την Ολυμπιάδα, στέκομαι στο Μαραμπού.

«Τὸ χέρι τρέμει… Ὁ πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ἀσάλευτο ἕνα Μαραμποὺ στὴν ὄχθη νὰ κοιτάζω.
Κι ἔτσι καθὼς ἐπίμονα κι ἐκεῖνο μὲ κοιτᾶ,
νομίζω πὼς στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ βλακεία τοῦ μοιάζω …»

Επόμενη, η Φάτα Μοργκάνα. Σιγοτραγουδάω, μιμούμενη την Μαρίζα, ενώ σκουπίζω τον καφέ, που χύθηκε για άλλη μια φορά. Προσπαθώ να καταλάβω, που ακριβώς βρισκόμαστε. Το λεωφορείο κάνει στάση σε ένα παράξενα όμορφο ψαροχώρι, παλιό λιμάνι με παρατημένα εμπορικά. Πρώτη φορά έρχομαι. Τι πράγμα κι αυτά τα λιμανάκια! Αδρός έρωτας. Ψάχνω ταμπέλες, τίποτα. Του πάει πολύ το πρωινό φως, μες την απλότητά του, κι αυτά τα καράβια προσθέτουν μια αίσθηση βαριά με την σκουριά τους. Βαριά ως σημαντική. Εντοπίζω με το μάτι το δημοτικό σχολείο. Είμαι στο Στρατώνι. Δημοτικό Σχολείο Στρατωνίου. Ευτυχία, ευτυχία, ευτυχία. Γυρίζω να ξαναδιαβάσω την έκτη στροφή για να βεβαιωθώ.

«Σκουριά πολύχρωμη στις μίνες του Σινά.

Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατώνι…»

Μόλις συναντήθηκα μαζί του. Κατάλαβες, που βρέθηκα;

Στην αναλγησία.