βλέπω, κοιτώ

Αναζητώντας την ολότητα

μέσα από τα ίχνη της διάσπασης

πιλοτικό πρόγραμμα επανεφεύρεσης

του εαυτού που κομματιάστηκε, εντριφώ

φθινοπωριάτικα στην διαχείριση της μονάδας μου

αποδελτιώνοντας μια βιβλιογραφία βιωματική.

Αντιφατικά,

τείνω να παραβλέπω. Το μπουκέτο με τις άσπρες τρίχες

τις άφθες στην γλώσσα που ξεπήδησαν

μετά το πέρας της προβολής του Silvered Water. Σπυριάρα η

πραγματικότητα.

Παραβλέπω τα ηλίθια σχόλια κατά την διάρκεια του μαθήματος – τι

κάνω εγώ εδώ; δεν γουστάρω κανέναν –

Ενίοτε, η ματιά γίνεται και ξύλινη, δεν το γνώριζα

κοίτα πόσο σοβάρεψα

βρήκα τρόπο να βλέπω, χωρίς να κοιτάζω, ότι με ενοχλεί

το ανεξέλεγκτο των παλμών, φίλε μου, όμως, δεν παραβλέπεται.

Τον παρέσυρε κάτω από τις ρόδες του, κι εγώ στεκόμουν εκεί

το ανεξέλεγκτο των παλμών, θα το λύσω με λίγο κονιάκ.

Οι μεγάλες τζαμαρίες στο πίσω μέρος του κτιρίου της σχολής

χαρίζουν μια θέα υψηλής αισθητικής, υγρή και μουντή ή φωτεινή, δεν

έχει σημασία. Αυτή η θάλασσα.

Τα εμπορικά πλοία πάνω της, μοιάζουν φθαρμένα και ψευδώς στατικά,

κι εγώ τα χαζεύω για να ξεχνάω.

πλαγίως

και σου ‘λεγα, στο είχα πει

θα φύγεις

προφήτης

ήσουν γυρισμένη προφίλ, θυμάμαι τον ιδρώτα στα μουστάκια και τη φύτρα κάγκελο

έφτασε εκείνο το πρώτο βλέμμα το πλαγιαστό

για να γνωρίζω το τέλος

το φευγιό, το πέταγμα

από μένα που μια μέρα για κλουβί με πέρασες

η ματιά αποστράφηκε

κι έγινα κλουβί

έφτασε μια περπατησιά να δω

για να ξέρω την απόσταση, που κρατούν τα πόδια σου από το έδαφος

μα, πως πας έτσι;

δεν ξες, ότι προδίδεσαι;