θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου

Έχω έναν φόβο.

Μην ξεχάσω την γαμημένη μυρωδιά σου. Αυτήν, πριν φορέσεις τη Ντιόρ, που σου παίρνει η μάνα σου. Την μυρωδιά σου, που αναδύεται ακόμα κι από τα πελώρια σκούρα βλέφαρα. Κάθε μέρα την κουβαλάω, κι ώρες ώρες, που μου πέφτει βαριά να την σηκώνω, την βάζω να καθίσει σε καμιά καρέκλα. Ύστερα κάνω, ότι αδιαφορώ και χορεύω μπαϊντούσκα. Φτάνει μόνο μια γριά να δω σκεφτική να ρεμβάζει μοναχιά της σε κανένα μπαλκόνι, και σηκώνεται. Όχι η γριά. Η μυρωδιά ορθώνεται. Προχτές στο λεωφορείο, μου πρόσφερε μια τέτοια θεία να κάτσω στα πόδια της. Καχεκτική, λευκά σγουρά μαλλάκια, ψηλή με φλοράλ γαριασμένο φόρεμα και περίπου 3 δόντια. «Έλα, στα πόδια μου, σα να είσαι μωράκι», μου είπε. Στο τσακ ήμουν να κάτσω.

Έχω κι άλλο φόβο.

Μην ξέρασες την μυρωδιά μου. Μην ξέρασες εκείνο το αίσχος την σούπα, που σου έφτιαξα, όταν αρρώστησες. Προσπάθησα, η τρυπιοχέρα. Και ξέρεις, πως δεν ξέρω ούτε να μαγειρεύω, ούτε να ξεκλειδώνω πόρτες με την μία. Πάει καιρός δεν λέω. Λούφαξαν και οι εθισμοί και όλα. Δεν πιστεύω στην ύπαρξή τους, ούτως ή άλλως. Πάει καιρός και πάγος.

Ρουφάω ακόμα τα απομεινάρια ενός φραπέ, που μου ετοίμασα. Ελαφρύς με κοφτή ζάχαρη. Γαλλικό δεν τολμάω να πιω. Από μια γωνιά να σε έβλεπα να γελάς σαν παιδί, να σχίζεται το μάτι, θα σου φώναζα ένα «έι» και θα έτρωγα την καφετιέρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s