κολλημένες τσίχλες

Στα βιβλία

στον Σαρτρ, τον Καστοριάδη, τον Ρίλκε και τον Εμπειρίκο

την Μαλβίνα μου

στο ίδιο το ράφι κάθε βιβλιοθήκης σαν κατασκευή

στις μουσικές που ερμηνεύονται βαθιά

σε όλα τα βαθιά, θάλασσες, τρύπες, πληγές

στους καφέδες, κρύους και ζεστούς, πάντα κοφτή η ζάχαρη

στις βόλτες τις ατέρμονες με βήματα ανάλαφρα

σε πεζοδρόμια με κολλημένες τσίχλες και κοινή αντιληπτικότητα

μα που πήγε;

στα μονά κρεβάτια που δεν πρόλαβαν να γίνουν διπλά

στα μοιρασμένα ρούχα που ξώμειναν

στην ασφάλεια που ηρεμούσε τα στομάχια και γαλήνευε τα μεσημέρια

ακόμα στα κλεφτά

στο αιώνιο βλέμμα, αναπαραχθέν από το μυαλό

στα ‘λεγε όλα, δεν έβλεπες

στο κομμάτι που λείπει

στο κομμάτι που πέταξε και χέρι δεν θα φυτρώσει

θα με βρεις

ισορροπία

Με τα χάλια της γέλασε, κι ύστερα, έπιασε με το δεξί χέρι το μικρό της μέτωπο, σε μια προσπάθεια να το στηρίξει και να προσφέρει ένα χάδι στον εαυτό της. Το κάνει συχνά.

Καθώς το αγγίζει, ψάχνει για την αμυχή. Της έχει γεννηθεί από ώρα μια αίσθηση αλκαλικής μυρωδιάς και ζεστού υγρού, που σέρνεται μέχρι τα όρια του φρυδιού της. Ψηλαφεί. Δεν έχει καταλάβει, αν πρόκειται για σταγόνα, που έπεσε πιθανά, από κάποιο μπαλκόνι ή αν η πηγή του βρίσκεται κάπου πάνω της. Το νευρικό γέλιο δίνει την θέση του στο αμόκ. Η μυρωδιά επιδεινώνεται και τώρα, ένας οξύς πόνος στο κεφάλι, έρχεται να βεβαιώσει την ύπαρξη της πληγής και την παράλληλη ανυπαρξία ισορροπίας.

Με τα δυο της χέρια, σχεδόν, γδέρνει το πρόσωπο. Μυρίζει ακόμα έντονα το αίμα. Ψάχνει. Φοβάται να κοιταχτεί στον καθρέφτη και σε κάθε επιφάνεια. Πιέζει τα σημεία, ώστε να λύσει το μυστήριο, να αναβλύσει. Δεν κάνει λάθος. Το κεφάλι της έχει ματώσει. Ή το πρόσωπό της. Μένει να το εντοπίσει. Προσπαθεί να χαλαρώσει τους παλμούς. Σκέφτεται, πως ένα αιχμηρό κομματάκι έπεσε από κάπου ψηλά και την τραυμάτισε. Αλλά αυτός ο πόνος;

Φέρνει τα δάχτυλά της μπροστά στα μάτια, έτοιμη να αντικρίσει την φρέσκια κόκκινη ύλη. Τελικά, τα φιλάει ένα προς ένα. Είναι καθαρά. Τα πλέκει μεταξύ τους και τα συγχωρεί για τον λανθασμένο πανικό, που της προκάλεσαν. Βάζει πάλι τα γέλια και συνεχίζει να γράφει.

Χωρικότητα

Βρήκα ένα πεταμένο μανταλάκι στο δωμάτιό μου

ανάμεσα σε σωρό ρούχα και αντικείμενα, που χαϊδεύουν πάτωμα

αναζητείται η αρμονία

όλα τα πατάω

τα πατάω

το μανταλάκι πονάει την πατούσα μου

τα φύλλα της ντουλάπας μονίμως ανοιχτά

να βλέπω την στοίβα με τα ρούχα όλων των σεζόν σε εναγκαλισμό

μπροστά μπροστά κρεμασμένη μια αρχαιότητα, το μπορντό πλεκτό σάλι της γιαγιάς

επίτηδες σε εμφανές σημείο, χειμώνα – καλοκαίρι

να θυμάμαι

ο καλόγηρος βογκάει

μόνο τα βιβλία σε μια τάξη

λόγω εκτίμησης

κι ο δανεικός Αντρέ Μπρετόν, παρόλο που κείτεται,

βρίσκεται ακουμπισμένος στο χαλί, ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι,

τον προστάτευσα

όμορφο αυτό το βιβλίο, ντυμένο κάποτε με κόκκινο ύφασμα

και τώρα φθαρμένο, αλλά περήφανο

η παρουσία του στον χώρο με ξεκουράζει

κοντεύει η μέρα της επιστροφής του

δεν συνηθίζω να τα καθυστερώ, τα κρατάω ακριβώς 15 μέρες,

πράγμα, που αποδεικνύει

μια κάποια ύπαρξη τάξης και

τυπικότητας

παρακαλάω το χέρι μου, κάποιες στιγμές, να κάνει τον χώρο καθώς πρέπει

«δεν είναι σωστό να ζεις έτσι», μου ψιθυρίζω

απάντηση δεν παίρνω, αφού μετά βίας με συναντώ

ούτε το δωμάτιο αυτό αναγνωρίζω

από όταν έφυγα, δεν γύρισα πίσω

ωστόσο, τώρα είμαι εδώ, όσο αντιλαμβάνομαι

και με μια βαθιά ανάσα, που παράγει ήχο

εντοπίζω μέσα στην μικρή της διάρκεια

τις συντεταγμένες μου

450

Τελευταίας ζέστης ιδρώτας, φορώντας τα ίδια ρούχα με χτες. Δεν μύριζαν, δεν λερώθηκαν. Μου πάνε κιόλας. Τα ξανάβαλα. Οδός Δημητρίου Μαργαρίτη. Στέκομαι μπροστά από το σινεμά, κλειστό ακόμα, σε επιμήκυνση των διακοπών, και κάπου πίσω από την δημοτική βιβλιοθήκη. Κλειστή κι αυτή. Σκέφτηκα να κάτσω μερικά λεπτά, ίσα να στεγνωθώ.

Ξαποσταίνω. Παρατηρώ.

Από μπροστά μου περνάει μηχανάκι. Καβάλα πατέρας με κόρη. Όλα αδιάφορα, εκτός από το περουκίνι του πατέρα στο χρώμα του σκατού, που δεν είχε τοποθετηθεί σωστά. Ή έτσι πρέπει να φοριούνται αυτά; Δεν έχω καταλάβει.

Μα ποιος έρχεται στην βιβλιοθήκη Σάββατο απόγευμα; Ποιος θυμάται ότι ξημέρωσε Σάββατο και στην πορεία της μέρας το ξέχασε; Δεν πειράζει. Είναι ωραία και στο πεζούλι. Διάφανα και τα τζάμια της δημοτικής. Ωραιότατη οπτική επαφή με τα βιβλία.

Ανάμεσα στα πολλά, ακούω μάνα να λέει στον πιτσιρίκο της: «Όχι Κωστάκη, δεν θα το κλέψουμε, δεν είναι σωστό να κλέβουμε», ως απάντηση σε πρόταση του μικρού για πλιάτσικο σε μαγαζί με παιχνίδια. Του φόρεσε δε, μια τσάντα σχολική, πελώρια, διπλάσια από το μέγεθός του και τετράγωνη. Μάλλον για να την έχει και του χρόνου. Ο μικρός δεν την φέρνει βόλτα, πήρε κλίση. Ίδρωσε. Τον ίδρωσαν οι επαναστατικές σκέψεις. Παραπατάει από το βάρος.

Πόσο να έχουν εδώ γύρω τα νοίκια; 450 βγάζω. Στο περίπου. Με παίρνει; Θα μοιραζόσουν μαζί μου κάτι; Ένα σπίτι, ένα πεζούλι, ένα σκαμπό;

Η παντόφλα της διερχόμενης κυρίας κάνει θόρυβο. Όλα κι όλα. Δεν θα την ήθελα για γειτόνισσα με αυτό το παντοφλικό. Κάποιοι ήχοι με σακατεύουν. Τσόκαρο, ξυπνητήρι και «παρακαλείσθε να δέχεστε έλεγχο μόνο από τον οδηγό, εφόσον σας ζητηθεί ή τους ελεγκτές, που φέρουν την ειδική ταυτότητα ελέγχου». Στις 18:00 ξεκινάει η πορεία για την ΔΕΘ. Γέμισαν οι κάθετες της Τσιμισκή ανθρώπους – τρανσφόρμερς. Ο κλοιός των μεταλλαγμένων. Δεν απάντησες, όμως.  Πάλι αποφεύγεις. Μου φτάνουν τα 450 για να πιάσω σπίτι; Ο τοίχος εδώ κάτω γράφει «με το κλουβί στο χέρι». Τι να εννοεί; Απορώ για το πουλί.

5/9/2015

θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου

Έχω έναν φόβο.

Μην ξεχάσω την γαμημένη μυρωδιά σου. Αυτήν, πριν φορέσεις τη Ντιόρ, που σου παίρνει η μάνα σου. Την μυρωδιά σου, που αναδύεται ακόμα κι από τα πελώρια σκούρα βλέφαρα. Κάθε μέρα την κουβαλάω, κι ώρες ώρες, που μου πέφτει βαριά να την σηκώνω, την βάζω να καθίσει σε καμιά καρέκλα. Ύστερα κάνω, ότι αδιαφορώ και χορεύω μπαϊντούσκα. Φτάνει μόνο μια γριά να δω σκεφτική να ρεμβάζει μοναχιά της σε κανένα μπαλκόνι, και σηκώνεται. Όχι η γριά. Η μυρωδιά ορθώνεται. Προχτές στο λεωφορείο, μου πρόσφερε μια τέτοια θεία να κάτσω στα πόδια της. Καχεκτική, λευκά σγουρά μαλλάκια, ψηλή με φλοράλ γαριασμένο φόρεμα και περίπου 3 δόντια. «Έλα, στα πόδια μου, σα να είσαι μωράκι», μου είπε. Στο τσακ ήμουν να κάτσω.

Έχω κι άλλο φόβο.

Μην ξέρασες την μυρωδιά μου. Μην ξέρασες εκείνο το αίσχος την σούπα, που σου έφτιαξα, όταν αρρώστησες. Προσπάθησα, η τρυπιοχέρα. Και ξέρεις, πως δεν ξέρω ούτε να μαγειρεύω, ούτε να ξεκλειδώνω πόρτες με την μία. Πάει καιρός δεν λέω. Λούφαξαν και οι εθισμοί και όλα. Δεν πιστεύω στην ύπαρξή τους, ούτως ή άλλως. Πάει καιρός και πάγος.

Ρουφάω ακόμα τα απομεινάρια ενός φραπέ, που μου ετοίμασα. Ελαφρύς με κοφτή ζάχαρη. Γαλλικό δεν τολμάω να πιω. Από μια γωνιά να σε έβλεπα να γελάς σαν παιδί, να σχίζεται το μάτι, θα σου φώναζα ένα «έι» και θα έτρωγα την καφετιέρα.

κάνει ζέστη ακόμα

Είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη ακόμα, αλλά εδώ, στον τρίτο, αισθάνεσαι απαλό αεράκι. Η μπαλκονόπορτα ορθάνοιχτη. Έτσι, η κουρτίνα σουλατσάρει, χαϊδεύει λίγο τα βρώμικα πλακάκια του μπαλκονιού. Λερώνεται.

Η γειτόνισσα κατέφθασε, όπως κάθε μέρα, ίδια ώρα, κρατώντας αυτή τη φορά, εκτός από την δερμάτινη τσάντα, δυο ποτήρια γρανίτα για τα παιδιά της. Κόκκινο χρώμα βλέπω. Μαντεύω κεράσι ή φράουλα.

Φαινόμενα απλά. Καμιά απαίτηση υψηλών επιπέδων συνείδησης. Αν την έχεις εξασκήσει – σκίσει, την πάτησες. Σε ερεθίζει το πέρα-δώθε της κουρτίνας και σε παγώνει στα 20 μέτρα η γρανίτα. Ξύνω το κεφάλι με το μολύβι. Ναι, το κεφάλι, όχι το μυαλό. Όχι, δεν ξύνω το μυαλό. Μια φαγούρα ήταν. Όχι, δεν σκέφτομαι τα δόντια σου πως δαγκώνουν, αλλά πως χαμογελούν.